Την ώρα που στην Ευρώπη οι λογαριασμοί ρεύματος εξακολουθούν να απασχολούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, υπάρχουν χώρες όπου η κιλοβατώρα κοστίζει λιγότερο από ένα λεπτό του ευρώ. Από το Ιράν και το Τουρκμενιστάν μέχρι το Κατάρ και το Μπαχρέιν, οι καταναλωτές πληρώνουν ποσά που μοιάζουν σχεδόν αδιανόητα για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Ωστόσο, πίσω από αυτές τις εντυπωσιακά χαμηλές τιμές βρίσκεται ένα λιγότερο γνωστό παράδοξο. Σε αρκετές περιπτώσεις, το ζήτημα δεν είναι πόσο κοστίζει το ρεύμα, αλλά αν υπάρχει όταν το χρειάζονται.
Σύμφωνα με στοιχεία διεθνών οργανισμών και εξειδικευμένων βάσεων δεδομένων για τις τιμές ενέργειας, χώρες όπως το Ιράν, το Τουρκμενιστάν, το Μπαχρέιν και το Κατάρ συγκαταλέγονται και το 2026 στις αγορές με τις χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας παγκοσμίως. Σε ορισμένες περιπτώσεις η τιμή της κιλοβατώρας διαμορφώνεται κάτω από το ένα λεπτό του δολαρίου, όταν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες οι καταναλωτές πληρώνουν δεκαπλάσια ή και εικοσαπλάσια ποσά.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) επισημαίνει ότι οι τιμές ηλεκτρισμού επηρεάζονται από το κόστος παραγωγής, το ενεργειακό μείγμα, τη φορολογία, τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις αλλά και τον βαθμό κρατικής παρέμβασης στην αγορά. Σε πολλές χώρες της Μέσης Ανατολής, τα μεγάλα αποθέματα φυσικού αερίου και πετρελαίου επιτρέπουν στις κυβερνήσεις να διατηρούν χαμηλά τιμολόγια μέσω επιδοτήσεων που συχνά κοστίζουν δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.
Αντίστοιχα, σε χώρες όπως η Αιθιοπία και το Κιργιστάν, οι χαμηλές τιμές συνδέονται κυρίως με τη μεγάλη συμμετοχή των υδροηλεκτρικών σταθμών στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Η υδροηλεκτρική παραγωγή εξακολουθεί να θεωρείται μία από τις οικονομικότερες μορφές ηλεκτροπαραγωγής διεθνώς, ιδιαίτερα σε περιοχές με πλούσιους υδάτινους πόρους.
Η ευρωπαϊκή πραγματικότητα
Στην Ευρώπη, η εικόνα είναι διαφορετική. Παρότι οι τιμές έχουν αποκλιμακωθεί σε σχέση με την κορύφωση της ενεργειακής κρίσης του 2022, παραμένουν σημαντικά υψηλότερες από εκείνες που καταγράφονται στις χώρες με ισχυρές επιδοτήσεις ή φθηνούς εγχώριους πόρους.
Σύμφωνα με τη Eurostat, η μέση τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώθηκε το δεύτερο εξάμηνο του 2025 στα 0,1837 ευρώ ανά κιλοβατώρα. Ανάμεσα στις φθηνότερες αγορές βρέθηκαν η Φινλανδία, με περίπου 0,0748 ευρώ ανά κιλοβατώρα και η Σουηδία, με περίπου 0,097 ευρώ ανά κιλοβατώρα. Και στις δύο περιπτώσεις, σημαντικό ρόλο παίζουν τα υδροηλεκτρικά και τα πυρηνικά εργοστάσια, που περιορίζουν την εξάρτηση από το φυσικό αέριο.
Στον αντίποδα, χώρες όπως η Γερμανία, η Ιρλανδία και η Κύπρος εξακολουθούν να βρίσκονται μεταξύ των ακριβότερων αγορών ηλεκτρισμού στην Ευρώπη. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι πέρα από το κόστος καυσίμων, σημαντικό βάρος στους λογαριασμούς προσθέτουν οι φόροι, οι χρεώσεις δικτύου και οι δαπάνες για τη χρηματοδότηση της ενεργειακής μετάβασης.
Ο IEA έχει καταγράψει ότι οι ευρωπαϊκές αγορές εξακολουθούν να επηρεάζονται έντονα από τις διακυμάνσεις στις τιμές φυσικού αερίου και από το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025 οι χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρισμού στην Ευρώπη κινήθηκαν περίπου 30% υψηλότερα σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2024.
- Φθηνό ρεύμα παράγουμε, ακριβό πληρώνουμε: Η παράδοξη αλήθεια της ενεργειακής μας πολιτικής
- Τιμολόγια ρεύματος Ιουνίου: Πώς διαμορφώνονται οι χρεώσεις των παρόχων
Χαμηλοί λογαριασμοί αλλά συχνές διακοπές
Οι χαμηλές τιμές, ωστόσο, δεν αποτελούν από μόνες τους δείκτη ενός ισχυρού ενεργειακού συστήματος. Σε αρκετές χώρες με πολύ φθηνό ρεύμα, οι καταναλωτές έρχονται αντιμέτωποι με συχνές διακοπές ηλεκτροδότησης, ανεπαρκείς υποδομές και χαμηλή αξιοπιστία δικτύου.
Η Νιγηρία αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρά τα μεγάλα αποθέματα φυσικού αερίου και τις σχετικά χαμηλές χρεώσεις ηλεκτρικής ενέργειας, η χώρα αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια σοβαρά προβλήματα ηλεκτροδότησης. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, περισσότεροι από 85 εκατομμύρια πολίτες δεν διαθέτουν αξιόπιστη πρόσβαση σε ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ οι διακοπές επιβαρύνουν σημαντικά την οικονομική δραστηριότητα.
Το νιγηριανό δίκτυο επηρεάζεται από τις χρόνιες υποεπενδύσεις, παλαιωμένες υποδομές και συχνές βλάβες. Παρότι η χώρα διαθέτει σημαντική εγκατεστημένη ισχύ, ένα μεγάλο μέρος της δεν φτάνει ποτέ στους τελικούς καταναλωτές. Για πολλές επιχειρήσεις, οι γεννήτριες diesel αποτελούν πλέον απαραίτητο εργαλείο λειτουργίας.
Ανάλογα φαινόμενα έχουν καταγραφεί κατά καιρούς και σε άλλες χώρες της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, όπου τα επίσημα τιμολόγια μπορεί να είναι χαμηλά, αλλά το πραγματικό ενεργειακό κόστος αυξάνεται λόγω της ανάγκης για γεννήτριες, μπαταρίες, συστήματα αποθήκευσης ή μικρές εγκαταστάσεις φωτοβολταϊκών.
Ακόμη και χώρες με πολύ φθηνό ηλεκτρισμό, όπως το Ιράν, έχουν αντιμετωπίσει τα τελευταία χρόνια πιέσεις στα δίκτυά τους εξαιτίας της αυξημένης ζήτησης, των ακραίων θερμοκρασιών και των περιορισμών στις επενδύσεις υποδομών.
Το πραγματικό κόστος της ενέργειας
Όπως φαίνεται, η τιμή του λογαριασμού δεν αρκεί για να αποτυπώσει την πραγματική κατάσταση ενός ενεργειακού συστήματος. Εξίσου σημαντικοί είναι η αξιοπιστία του δικτύου, η ασφάλεια εφοδιασμού, η δυνατότητα αντιμετώπισης ακραίων καιρικών φαινομένων και η επάρκεια επενδύσεων στις υποδομές.
Γι' αυτό και χώρες όπως η Νορβηγία, το Κατάρ ή το Μπαχρέιν συχνά προβάλλονται ως παραδείγματα όπου το σχετικά χαμηλό κόστος ηλεκτρισμού συνδυάζεται με υψηλή αξιοπιστία δικτύου και σταθερή ηλεκτροδότηση. Το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι ότι διαθέτουν τόσο φθηνή παραγωγή όσο και ισχυρές επενδύσεις σε υποδομές.



